• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scourge n figurative (cause of widespread suffering)μάστιγα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μπελάς ουσ αρσ
 That new software's the scourge of the office.
 Αυτό το νέο λογισμικό έχει γίνει η μάστιγα του γραφείου.
scourge n historical (whip)μαστίγιο ουσ ουδ
  βούρδουλας ουσ αρσ
 The prisoner was punished with the scourge.
 Ο φυλακισμένος τιμωρήθηκε με το μαστίγιο.
scourge [sb]⇒ vtr historical (punish by whipping)μαστιγώνω ρ μ
 Though they scourged her many times, she did not confess to the charges.
 Παρόλο που τη μαστίγωσαν πολλές φορές, δεν παραδέχτηκε αυτά για την οποία την κατηγορούσαν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scourged στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «scourged».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!