• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: proofing, prove
Ο όρος 'proving' παραπέμπει στον όρο 'proofing'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'proving' is cross-referenced with 'proofing'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proofing n (proofreading)διόρθωση κειμένου φρ ως ουσ θηλ
  (ζαργκόν)proofreading ουσ ουδ άκλ
 Meticulous proofing is essential before an article can go to press.
proofing,
proving
n
(bread dough: leaving to rise)φούσκωμα ουσ ουδ
 The proofing of the dough is done in a special drawer beneath the oven.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prove [sth]/that vtr (demonstrate conclusively) (ότι/πως)αποδεικνύω ρ μ
  (κάτι που ήταν σωστό)επαληθεύω ρ μ
 The scientist attempted to prove his theory.
 Οι επιστήμονες προσπάθησαν να αποδείξουν τη θεωρία του.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όταν κατάφερα να επαληθεύσω τους υπολογισμούς του ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση.
prove [sth] vtr (turn out to be)αποδεικνύομαι ρ αμ
 His conclusion proved false.
 Το συμπέρασμά του αποδείχτηκε λανθασμένο.
prove to be [sth] v expr (turn out to be)αποδεικνύομαι ρ αμ
  αποδεικνύεται ότι είμαι κτ περίφρ
 The detective's hunch proved to be right.
prove vi (bread dough: rise)φουσκώνω ρ αμ
 Allow the dough to prove for two hours before shaping it into a loaf.
 Άφησε το ζυμάρι να φουσκώσει για δύο ώρες πριν σχηματίσεις μια φραντζόλα.
prove [sth],
also US: proof [sth]
vtr
(bread dough: leave to rise)αφήνω κτ να φουσκώσει έκφρ
 You will need to prove the dough before baking it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prove [sth] vtr (mathematics)αποδεικνύω ρ μ
 To prove the theorem, you must show your work.
prove [sth] vtr (will: validate)επικυρώνω ρ μ
  επικυρώνομαι ρ αμ
 The will was proved by his widow.
 Η χήρα είχε επικυρώσει τη διαθήκη.
 Η διαθήκη είχε επικυρωθεί από τη χήρα.
prove yourself vtr + refl (demonstrate your worth, skill, etc.)αποδεικνύω την αξία μου έκφρ
  δείχνω τι αξίζω έκφρ
 With his older siblings being high achievers, James feels he has to prove himself.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
proofing | prove
ΑγγλικάΕλληνικά
damp proofing n (protection against moisture)υγρομόνωση ουσ θηλ
draft proofing (US),
draught-proofing,
draught proofing (UK)
n
(insulation against air currents)μόνωση για τα ρεύματα περίφρ
  (καθομιλουμένη)μόνωση για να μην μπάζει περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'proving' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση proving στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «proving».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!