• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pig n (porcine animal)γουρούνι ουσ ουδ
  (επίσημο)χοίρος ουσ αρσ
 We have a lot of pigs on our farm.
 In the sty was a pig with her piglets.
 Έχουμε πολλά γουρούνια στη φάρμα μας.
pig n pejorative, figurative (dirty person) (μεταφορικά)γουρούνι ουσ ουδ
 Larry is a real pig, and his room is a mess.
 Ο Λάρυ είναι σκέτο γουρούνι και το δωμάτιό του είναι ένα χάλι.
pig n pejorative, figurative ([sb]: greedy, selfish) (μεταφορικά)γουρούνι ουσ ουδ
  (μεταφορικά)κτήνος ουσ ουδ
 He was a pig at the buffet.
 He was acting like a real pig.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pig n (pig meat: pork)χοιρινό επίθ ως ουσ ουδ
  (κατά λέξη)χοιρινό κρέας επίθ + ουσ ουδ
 Many religions forbid eating pig.
a pig (of a) n figurative, informal, UK (difficult task)μπελάς ουσ αρσ
  (αργκό, μεταφορικά)πακέτο, μανίκι, παλούκι ουσ ουδ
 This job's a real pig.
pig n often plural, pejorative, offensive, informal (police officer) (μειωτικό)μπάτσος, μπατσίνα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The pigs came to arrest us.
pig n (pigskin)δέρμα χοίρου φρ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)δέρμα γουρουνιού φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Αν στα συμφραζόμενα αναφέρεται ήδη η λέξη δέρμα, δεν είναι υποχρεωτικό να επαναληφθεί, π.χ. Θέλεις γάντια από δέρμα κατσίκας ή χοίρου;
 Do you want goatskin gloves, or pig?
pig⇒ vi (give birth to piglets)γεννάω ρ αμ
  (κατά λέξη)γεννάω γουρουνάκια περίφρ
 The sow is getting ready to pig.
pig [sth]⇒ vtr (give birth to piglets)γεννάω ρ μ
  (κατά λέξη)γεννάω γουρουνάκια περίφρ
 The sow pigged eight piglets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
pig out vi phrasal slang (eat to excess) (αργκό)γουρουνιάζω, περιδρομιάζω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τρώω σα γουρούνι έκφρ
  (καθομιλουμένη)τρώω τον περίδρομο, τρώω τον αγλέουρα έκφρ
 Mardi Gras is a time to pig out before the Lenten fast begins.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
guinea pig n (small South American mammal)ινδικό χοιρίδιο φρ ως ουσ ουδ
 My daughter has a pet guinea pig.
 Η κόρη μου έχει ένα ινδικό χοιρίδιο για κατοικίδιο.
guinea pig n figurative ([sb] used as experimental subject) (μεταφορικά)πειραματόζωο ουσ ουδ
 We volunteered to be guinea pigs for the new untested class format.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η αδερφή μου πηγαίνει σε σχολή κομμωτικής και εγώ προσφέρθηκα να κάνω το πειραματόζωο για εξασκηθεί.
male chauvinist pig n slang, pejorative (man with sexist attitude, misogynist) (μεταφορικά, προσβλητικό)φαλλοκρατικό γουρούνι φρ ως ουσ ουδ
 I've met a lot of male chauvinist pigs before now but I think you're the worst ever!
pig farmer n ([sb] who raises pigs for meat)χοιροτρόφος ουσ αρσ/θηλ
  εκτροφέας χοίρων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Our senator is a lawyer but sometimes he acts like a rural pig farmer.
pig iron n (crudely processed iron)αργός σίδηρος επίθ + ουσ αρσ
 Pig iron is produced in a blast furnace.
pig it v expr US, informal (live like a pig)ζω σαν γουρούνι περίφρ
 Colin is pigging it in his apartment.
pig-out n slang (instance of overeating) (αργκό)γουρούνιασμα, περιδρόμιασμα ουσ ουδ
  χλαπάκιασμα ουσ ουδ
pig's ear n (ear of a pig)αφτί γουρουνιού, αφτί χοίρου φρ ως ουσ ουδ
pig's ear n UK, figurative (mess, botched job) (μεταφορικά, καθομ)θάλασσα, σαλάτα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)χάλια ουσ ουδ πλ
  (μεταφορικά, χυδαίο)σκατά ουσ ουδ πλ
pigheaded,
pig-headed
adj
figurative, pejorative, slang (stubborn) (καθομιλουμένη)ξεροκέφαλος επίθ
  (μεταφορικά)αγύριστο κεφάλι επίθ + ουσ ουδ
 I'm afraid my husband can be incredibly pig-headed at times.
suckling pig n (piglet not yet weaned)γουρουνάκι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)γουρουνάκι που δεν έχει απογαλακτιστεί περίφρ
 Suckling pigs need to be given water as well as milk.
suckling pig n (dish of whole small pig)γουρουνόπουλο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pigs' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pigs στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pigs».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!