peeved

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpiːvd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pēvd)

From the verb peeve: (⇒ conjugate)
peeved is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: peeved, peeve

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peeved adj (annoyed)ενοχλημένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)πειραγμένος μτχ πρκ
 It seems like Elsa is peeved at her husband.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peeve n informal (source of irritation)αυτό που με ενοχλεί περίφρ
  αυτό που με τσαντίζει περίφρ
  (μεταφορικά)αυτό που μου τη σπάει περίφρ
 My biggest peeve is when people don't wash their dishes.
peeve [sb] vtr informal (annoy) (καθομιλουμένη)τσαντίζω ρ μ
  ενοχλώ ρ μ
 It really peeves me when you bite your nails.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
peeve | peeved
ΑγγλικάΕλληνικά
pet peeve n informal (particular source of annoyance)κτ που μου τη δίνει περίφρ
  κτ που μου σπάει τα νεύρα περίφρ
  κτ που με εκνευρίζει περίφρ
  κτ που δεν αντέχω περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peeved στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «peeved».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!