• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: payout, pay out

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
payout n (amount paid as compensation) (ασφάλεια, απόλυση)αποζημίωση ουσ θηλ
  (βγάζω από ταμείο)εκταμίευση, πληρωμή ουσ θηλ
  πληρωμή μερίσματος φρ ως ουσ ουδ
 Mike received a payout from the insurance company following the fire that damaged his home.
payout n (amount paid as a prize)χρηματική ανταμοιβή, χρηματική επιβράβευση φρ ως ουσ θηλ
 Julia won a payout of $10,000 at the casino.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay out vi phrasal (yield a financial reward)αποφέρω κέρδος ρ μ + ουσ ουδ
 It will take five years for your investment to pay out.
pay out [sth] vtr phrasal insep (yield a sum of money)πληρώνω ρ μ
 This slot machine will pay out a fortune if you hit the jackpot.
 My pension fund will pay out enough to live on.
 Αυτός ο κουλοχέρης πληρώνει μια περιουσία εάν πετύχεις τζάκποτ. // Το συνταξιοδοτικό ταμείο μου θα πληρώνει αρκετά για να τα βγάζω πέρα.
pay out [sth] vtr phrasal insep (spend: a sum of money)πληρώνω ρ μ
  (χρήματα)δίνω ρ μ
 I paid out a lot of money for this expensive computer.
 Έδωσα πολλά χρήματα για αυτό τον ακριβό υπολογιστή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay [sth] out,
pay out [sth]
vtr + adv
(rope, line: slacken gradually)ξετυλίγω ρ μ
  (αργκό)αμολάω ρ μ
 The belayer pays out the rope as needed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'payout' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση payout στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «payout».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!