PC

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌpiːˈsiː/

  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: PC, pc

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
PC n initialism (personal computer)υπολογιστής ουσ αρσ
  (σντμ: ηλεκτρονικός υπολογιστής)Η/Υ ουσ αρσ
  (συντομογραφία, ανεπίσημο)PC ουσ ουδ άκλ
  (κατά λέξη)προσωπικός υπολογιστής φρ ως ουσ αρσ
 Nowadays, everyone works from the coffee shop on their PCs.
PC n UK, initialism (police constable)αστυφύλακας ουσ αρσ/θηλ
 The first officer to respond to the incident was a newly hired PC.
PC n informal, pejorative, initialism (political correctness)πολιτική ορθότητα επίθ + ουσ θηλ
 PC is a prime concern for this publication.
PC adj informal, pejorative, initialism (politically correct)πολιτικά ορθός φρ ως επίθ
 Is it PC to call a woman "honey"?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pc n usually plural, written, abbreviation (piece) (συντομογραφία: τεμάχιο)τμχ, τχμ. ουσ ουδ άκλ
 Item description: White porcelain dinner set, 12pc.
pc n written, abbreviation (per cent)τοις εκατό περίφρ
Σχόλιο: Συνήθως στο γραπτό λόγο χρησιμοποιείται το σύμβολο %.
 Unemployment is up to 4pc.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'PC' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση PC στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «PC».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!