moose

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmuːs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mus/ ,USA pronunciation: respelling(mo̅o̅s)

Inflections of 'moose' (n): npl: moose
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moose n (animal)άλκη ουσ θηλ
  (επίσημο)αμερικάνικη έλαφος φρ ως ουσ θηλ
 The hunter shot a moose.
 Ο κυνηγός πυροβόλησε μια άλκη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'moose' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
elk
Συμφράσεις: a moose with [enormous, large, flat] antlers, the moose's antlers, a [bull, female, young] moose, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση moose στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «moose».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!