brooding

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbruːdɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbrudɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(bro̅o̅ding)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: brooding, brood

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brooding adj (solemn, pensive)μελαγχολικός, κατηφής επίθ
 The bust of Beethoven had a brooding expression.
brooding adj (menacing, threatening) (μεταφορικά)ζοφερός, σκοτεινός επίθ
  βλοσυρός επίθ
 The sky was grey and brooding, so I decided not to go out for a walk.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brood n (baby birds)κοτοπουλάκια, κλωσσόπουλα ουσ ουδ πλ
  (έμφαση στο πλήθος)τσούρμο ουσ ουδ
  (ως σύνολο μίας γέννας)γέννα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The brood of chicks happily explored the barnyard.
 Ένα τσούρμο κοτοπουλάκια εξερευνούσαν ευτυχισμένα την αυλή έξω από τον αχυρώνα.
brood [sth] vtr (sit on: eggs)κλωσσάω, κλωσσώ ρ μ
 This species broods its eggs for as long as three weeks.
 Αυτό το είδος κλωσσά τα αυγά του μέχρι τρεις εβδομάδες.
brood vi (hatch eggs)κλωσσάω, κλωσσώ ρ αμ
 The geese are already brooding this year.
 Οι χήνες ήδη κλωσσούν αυτή τη χρονιά.
brood over [sth],
brood about [sth]
vi + prep
(think too much about) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κολλάω σε κτ, κολλάω με κτ ρ αμ + πρόθ
  σκέφτομαι υπερβολικά κτ ρ μ + επίρ
  υπεραναλύω ρ μ
 There is no point in brooding over things that have happened in the past.
 Jamie has been brooding about the outcome of last night's football game all morning.
 Δεν υπάρχει λόγος να υπεραναλύουμε πράγματα που συνέβησαν στο παρελθόν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brood adj (for breeding)για αναπαραγωγή περίφρ
 The horse farm keeps several brood mares.
brood n figurative (children)παιδιά ουσ ουδ πλ
  οικογένεια ουσ θηλ
  (μτφ, αποδοκιμασίας)λόχος ουσ αρσ
 Molly has quite a large brood, but she never seems angry at any of her children.
 Η Μόλυ έχει αρκετά μεγάλη οικογένεια αλλά δε δείχνει να θυμώνει ποτέ με κανένα από τα παιδιά της.
 Η Μόλυ έχει ολόκληρο λόχο αλλά δε δείχνει να θυμώνει ποτέ με κανένα από τα παιδιά της.
brood n (breed, type)ράτσα ουσ θηλ
  τύπος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)σόι ουσ ουδ
brood over [sb] vi + prep figurative (children: protect) (κάποιον)προστατεύω ρ μ
  (υπερβολή)υπερπροστατεύω ρ μ
  (με κάποιον)είμαι υπερπροστατευτικός ρ έκφρ
 Shirley's mom broods over her family like a mother hen.
brood [sth] vtr (bird: cover babies with wings)προστατεύω, καλύπτω ρ μ
  (κατά λέξη)κρύβω κάτω από τα φτερά μου περίφρ
 In the nest, the mother bird broods her young.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'brooding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση brooding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «brooding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!