• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: masking, mask

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
masking n (theater: part of stage set)κουρτίνες απόκρυψης φρ ως ουσ θηλ
masking n (psychology: sensory blocking)καμουφλάρισμα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)masking ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mask n (face: hide identity)μάσκα ουσ θηλ
  (επίσημο, λόγιος, θέατρο)προσωπείο ουσ ουδ
 Erin wore a mask so no one would recognize her.
 Η Έριν φορούσε μάσκα και έτσι κανείς δεν την αναγνώριζε.
mask n (face: decorative)μάσκα ουσ θηλ
 Richard wore a mask to the costume party.
 Ο Ρίτσαρντ φορούσε μάσκα στο πάρτυ μασκέ.
mask [sth] vtr (hide, conceal)κρύβω ρ μ
  καμουφλάρω ρ μ
 The tiger's camouflage masked it in the jungle.
 Το καμουφλάζ της τίγρης την έκρυβε μέσα στη ζούγκλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mask n (face: sports, with helmet)μάσκα ουσ θηλ
  κράνος ουσ ουδ
 The hockey player took off his mask.
mask n (scuba) (κατάδυσης)μάσκα ουσ θηλ
 The diver's mask didn't seal properly, so he kept getting water in his eyes.
mask n (manufacturing stencil)μάσκα ουσ θηλ
 Masks are used as stencils in photolithography.
mask n (sculpted face)προσωπείο ουσ ουδ
 The mask on the sarcophagus showed that the dead person was probably a king.
mask n (surgical mask)μάσκα ουσ θηλ
 A lot of people in China wear masks to protect them from disease and pollution.
mask n (gas mask)μάσκα ουσ θηλ
  (κατά λέξη)μάσκα αερίων, αντιασφυξιογόνος μάσκα φρ ως ουσ θηλ
 The soldiers couldn't go into the cloud of gas without masks, so they had to wait.
mask n (masquerade)γιορτή μασκαρεμένων, γιορτή μεταμφιεσμένων φρ ως ουσ θηλ
  (παλαιό)μπαλ μασκέ φρ ως ουσ ουδ
 The family attended a 16th century mask.
mask n (animal face)μουσούδα ουσ θηλ
  μούρη ουσ θηλ
 The cat had a black and white mask.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
mask | masking
ΑγγλικάΕλληνικά
mask up vi phrasal (wear a hygienic face covering)βάζω μάσκα ρ μ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
masking | mask
ΑγγλικάΕλληνικά
masking tape n (temporary sticking tape)χαρτοταινία ουσ θηλ
 When you are painting window frames, put masking tape round the edge to stop the paint getting on the glass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'masking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση masking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «masking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!