WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sb] sick vtr + adj (cause to vomit or feel nauseous)φέρνω σε κπ αναγούλα περίφρ
  αηδιάζω ρ μ
  αναγουλιάζω ρ μ
 The sight of blood makes him sick.
make [sb] sick vtr + adj figurative (disgust)αηδιάζω ρ μ
  προκαλώ αηδία σε κπ έκφρ
 That man makes me sick! He is so rude!
 Αυτός ο άνθρωπος με αηδιάζει! Εϊναι τόσο αγενής!
 Αυτός ο άνθρωπος μου προκαλεί αηδία! Εϊναι τόσο αγενής!
make [sb] sick vtr + adj figurative (disgust morally) (μεταφορικά)αηδιάζω ρ μ
  (μεταφορικά)φέρνω σε κπ αναγούλα έκφρ
 It makes me sick to hear such racist views.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sb] feel sick v expr (nauseate [sb](κάτι εμένα)μου φέρνει ναυτία, μου φέρνει αναγούλα περίφρ
  (μεταφορικά: κάτι εμένα)με ανακατεύει περίφρ
  (μεταφορικά)κάνει το στομάχι μου να ανακατεύεται έκφρ
 I couldn't stay with him at the hospital because the sight of blood makes me feel sick.
make [sb] feel sick v expr (disgust or offend [sb])προκαλώ αηδία, προκαλώ αποστροφή περίφρ
  αηδιάζω ρ μ
  αηδιάζω ρ αμ
 Hearing about the mass murder made me feel sick.
 Τα νέα για τη μαζική δολοφονία μου προκάλεσαν αηδία.
 Όταν άκουσα για τη μαζική δολοφονία αηδίασα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make sick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make sick στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make sick».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!