• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make-peace n (peacemaker: [sb] who keeps harmony)ειρηνοποιός ουσ αρσ/θηλ
  συμφιλιωτής, συμφιλιώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
make peace vtr + n (end war)κάνω ανακωχή ρ μ + ουσ θηλ
 The two warring countries made peace after three years of war.
make peace vtr + n (be reconciled)συμφιλιώνομαι ρ μ αλληλοπαθ
  (καθομιλουμένη)τα βρίσκω έκφρ
 The kids made peace when John apologised for stealing Jim's toy.
make peace with [sth],
make your peace with [sth]
v expr
(accept [sth])συμφιλιώνομαι με την ιδέα ότι/πως έκφρ
  συμφιλιώνομαι με κτ έκφρ
 I have made peace with being single now and actually enjoy the freedom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make-peace' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make-peace στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make-peace».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!