make off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make off vi phrasal informal (escape, run away) (καθομιλουμένη)την κάνω, την κοπανάω έκφρ
  το σκάω έκφρ
 The criminals abandoned their vehicle and made off on foot.
 Οι εγκληματίες εγκατέλειψαν το όχημά τους και το έσκασαν πεζοί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
make off with [sth] vtr phrasal insep informal (take away)φεύγω με ρ αμ + πρόθ
  παίρνω ρ μ
  παίρνω μαζί μου περίφρ
  (για ληστεία)διαφεύγω με ρ αμ + πρόθ
 The thief made off with over a thousand dollars.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!