WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| library n | (public book-lending place) | βιβλιοθήκη ουσ θηλ |
| | She borrowed a book from the library. |
| | Δανείστηκε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη. |
| library n | (repository for books) (βιβλίων) | αποθετήριο ουσ ουδ |
| | | βιβλιοθήκη αποθήκευσης φρ ως ουσ θηλ |
| | The company library consists mostly of scientific books. |
| | Το αποθετήριο της εταιρείας αποτελείται κυρίως από επιστημονικά βιβλία. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| library n | (personal book collection) | βιβλία ουσ ουδ πλ |
| | (μεταφορικά) | βιβλιοθήκη ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | βιβλιοσυλλογή ουσ θηλ |
| | I keep my library in the living room. |
| | Έχω τα βιβλία μου στο σαλόνι. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η βιβλιοθήκη μου αποτελείται κυρίως από ξένους συγγραφείς. |
| library n | (reading room) | βιβλιοθήκη ουσ θηλ |
| | | αναγνωστήριο ουσ ουδ |
| | He is reading a book in the library. |
| | Διαβάζει ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη (or: στο αναγνωστήριο). |
| library n | (film or music collection) | συλλογή ουσ θηλ |
| | His music library is quite extensive. |
| | Η μουσική συλλογή του είναι αρκετά εκτεταμένη. |
library, lending library, lending-library, US: circulating library n | (book-lending service) (υπηρεσία) | δανειστική βιβλιοθήκη επίθ + ουσ θηλ |
| | In past years, some lending libraries were commercial, and charged the borrowers. |
| | Τα περασμένα χρόνια μερικές δανειστικές βιβλιοθήκες είχαν εμπορική φύση και χρέωναν τον κόσμο που δανειζόταν βιβλία. |
| library n | (publisher's collection) | βιβλιοθήκη ουσ θηλ |
| | This publishing house has a library of over fifty thousand books. |
| | Η βιβλιοθήκη αυτού του εκδοτικού οίκου περιλαμβάνει περισσότερα από πενήντα χιλιάδες βιβλία. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: