knowingly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnəʊɪŋli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
knowingly adv (consciously)ενσυνείδητα, συνειδητά επίρ
  εν γνώσει μου φρ ως επίρ
 I'm sure he wouldn't knowingly leave his things here.
 Είμαι σίγουρος ότι δεν θα άφηνε συνειδητά (or: ενσυνείδητα) τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ.
 Είμαι σίγουρος ότι δεν θα άφηνε εν γνώσει του τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ.
knowingly adv (intentionally) (εκ προθέσεως)σκόπιμα, εσκεμμένα επίρ
  (λόγιος, επίσημο)σκοπίμως, εσκεμμένως επίρ
 The prosecution claims that she knowingly destroyed the evidence.
knowingly adv (in a knowing way)όλο νόημα, με νόημα φρ ως επίρ
 He looked at me knowingly and moved towards the door.
 Μου έριξε ένα βλέμμα όλο νόημα και προχώρησε προς την πόρτα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'knowingly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση knowingly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «knowingly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!