• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: improved, improve

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
improved adj (made better)βελτιωμένος μτχ πρκ
 Users like the improved version of the software.
improved adj (having become better)βελτιωμένος μτχ πρκ
  καλύτερος επίθ
 Neil's teachers are pleased with his improved grades.
improved adj (increased in value)καλύτερος επίθ
  αυξημένος επίθ
  μεγαλύτερος επίθ
 The two companies are experiencing improved share prices.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
improve [sth] vtr (make better)βελτιώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)καλυτερεύω ρ μ
 We worked hard to improve this website.
 Δουλέψαμε σκληρά για να βελτιώσουμε αυτήν την ιστοσελίδα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αγωνιστήκαμε σκληρά για να καλυτερέψουμε τις συνθήκες εργασίας στη χώρα μας.
improve vi (get better)βελτιώνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)καλυτερεύω ρ αμ
  γίνομαι καλύτερος ρ έκφρ
 If you continue to study hard, your knowledge of French will improve.
 Εάν συνεχίσεις να μελετάς σκληρά οι γνώσεις σου στα Γαλλικά θα βελτιωθούν.
improve vi (increase in value)αυξάνομαι ρ αμ
  (καθομ, μτφ: τιμές)ανεβαίνω ρ αμ
 With an upturn in the economy, share prices will improve.
 Με την ανάκαμψη της οικονομίας, θα αυξηθούν και οι τιμές των μετοχών.
improve [sth] vtr (perfect)βελτιώνω ρ μ
 He tried to improve his technique through constant practise.
 Προσπάθησε να βελτιώσει την τεχνική του μέσω συνεχούς εξάσκησης.
improve [sth] vtr (upgrade, develop)αναβαθμίζω ρ μ
 I want to improve my home by installing a new kitchen.
 Θέλω να αναβαθμίσω το σπίτι μου τοποθετώντας μια καινούρια κουζίνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
improve [sth] vtr (correct)διορθώνω ρ μ
  βελτιώνω ρ μ
 He improved the text so that there were no spelling mistakes.
improve [sth] vtr (make more valuable)αυξάνω την αξία περίφρ
  αναβαθμίζω ρ αμ
 I improved my farm by adding more land.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
improve | improved
ΑγγλικάΕλληνικά
improve on [sth] vtr phrasal insep (refine, develop)βελτιώνω, καλυτερεύω ρ μ
 The teacher wants you to improve on your math skills before the next test.
improve upon [sth] vtr phrasal insep (do better than, make better)βελτιώνω ρ μ
 The unions have given the company three days to improve upon their offer before calling for all-out strikes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
improve | improved
ΑγγλικάΕλληνικά
improve yourself vtr + refl (become more educated)βελτιώνομαι ρ αμ
  εξελίσσομαι ρ αμ
improve yourself vtr + refl (acquire virtues, skills, etc.)βελτιώνομαι ρ αμ
  εξελίσσομαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'improved' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση improved στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «improved».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!