hum

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/hʌm/ ,USA pronunciation: respelling(hum)

Inflections of 'hum' (v): (⇒ conjugate)
hums
v 3rd person singular
humming
v pres p
hummed
v past
hummed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hum [sth]⇒ vtr (tune, music: sing with closed lips) (με κλειστό στόμα)μουρμουρίζω ρ μ
 Helen hummed a song while she watered her plants.
 Η Έλεν μουρμούριζε ένα τραγούδι ενώ πότιζε τα φυτά της.
hum⇒ vi (sing with closed lips) (με κλειστό στόμα)μουρμουρίζω έναν σκοπό περίφρ
 Fiona hummed as she walked to work.
 Η Φιόνα μουρμούριζε έναν σκοπό ενώ περπατούσε για τη δουλειά.
hum vi (machine: buzz)βουίζω ρ αμ
 The microwave hummed while Jake poured his drink.
 Ο φούρνος μικροκυμμάτων βούιζε καθώς ο Τζέικ έβαζε το ποτό του.
hum,
humming
n
(tuneful vocal noise) (με κλειστό στόμα)μουρμουρητό ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και απαιτείται επεξήγηση για απόλυτη σαφήνεια.
 Karen could hear Harry's humming from the other side of the house.
 Η Κάρεν άκουγε το μουρμουρητό του Χάρυ από την άλλη μεριά του σπιτιού.
hum,
humming
n
(audio noise)βουητό ουσ ουδ
  βόμβος ουσ αρσ
 The radio's strange hum almost drowned out the broadcast.
 Το περίεργο βουητό του ραδιοφώνου σχεδόν κάλυψε τη μετάδοση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hum vi figurative (be busy) (μεταφορικά)σφύζω ρ αμ
  (μεταφορικά: έχει φασαρία)βουίζω ρ αμ
 The market hummed with activity.
hum vi (machine: working well)δουλεύω ρ αμ
Σχόλιο: Usually used in continuous tenses
 The machines in the manufacturing plant were humming.
hum vi (make hesitating sound) (κατά λέξη)λέω εεε έκφρ
  (στον λόγο, πιο γενικό)διστάζω ρ αμ
  δεν ξέρω τι να πω περίφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 When his dad asked him where he was, Allan just hummed uncertainly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hem and haw (US),
hum and haw (UK)
v expr
informal (hesitate)τα μασάω έκφρ
 When his mother confronted him about his grades, Harry hemmed and hawed.
ho hum,
"ho,
hum"
interj
(boredom)ωχ, ωχού, ουφ επιφ
 Ho, hum, yet another boring report to read through!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hum' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: do you hear that hum?, where is that hum coming from?, there is a hum coming from [the microwave, outside, the circuit breaker], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hum στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hum».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!