WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| hidebound adj | figurative (obstinate) (μεταφορικά) | στενόμυαλος, στενοκέφαλος επίθ |
| | | που φέρει παρωπίδες, που έχει παρωπίδες, που φοράει παρωπίδες έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | κολλημένος επίθ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "hidebound" στο Greek φόρουμ.becoming hidebound - English Only forum
hidebound - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hidebound».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά