glazed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgleɪzd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(glāzd)

From the verb glaze: (⇒ conjugate)
glazed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: glazed, glaze

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
glazed adj (fitted with glass)με εφαρμοσμένα τζάμια, με εφαρμοσμένους υαλοπίνακες περίφρ
 The cupboards in my kitchen have glazed doors.
glazed adj figurative (expression: dazed, glassy)αφηρημένος επίθ
  απόμακρος επίθ
  (μεταφορικά)χαμένος επίθ
 He had a glazed expression and I don't think he was listening.
glazed adj (pottery: finished with glaze)βερνικωμένος, λουστραρισμένος μτχ πρκ
 You often see glazed pottery for sale. It has a shinier look than unglazed pots.
glazed adj (cooking: coated with a glaze)γλασαρισμένος μτχ πρκ
  με γλάσο περίφρ
 She always makes glazed carrots and no one eats them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
glaze [sth] vtr (pastry: apply egg)αλείφω με αυγό περίφρ
 The baker glazed the dough with an egg wash.
glaze [sth] vtr (food: top with sugar) (μαγειρική)γλασάρω ρ μ
 Tom glazed the cinnamon roll with sugar.
glaze [sth] vtr (window: fit glass)τοποθετώ τζάμι σε κτ περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Kate glazed the old single-pane window with some pretty stained glass.
glaze [sth] vtr (painting: add thin wash)βερνικάρω, βερνικώνω ρ μ
 George glazed the background of his painting when he was done.
glaze [sth] vtr (ceramics: add shiny coating)επισμαλτώνω ρ μ
 Brian glazed the ceramic teapot that he made in his pottery class.
glaze n (pastry: egg coating) (χτυπημένο)αυγό, αβγό ουσ ουδ
 Jim brushed some glaze on the rolls.
glaze n (food: sugary coating)γλάσο ουσ ουδ
 The pumpkin bread had a sugar glaze on it.
glaze n (painting: thin wash)βερνίκι ουσ ουδ
 The glaze gave the painting a reflective sheen.
glaze n (ceramics: shiny coating)σμάλτο ουσ ουδ
 The children painted the ceramics with a brightly colored glaze.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
glaze n (fabric coating)επίστρωμα ουσ ουδ
 A company has invented a glaze that prevents fabric from getting stained.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Phrasal verbs
glaze | glazed
ΑγγλικάΕλληνικά
glaze over vi phrasal (eyes: look glassy)κοιτάω το κενό, κοιτάζω το κενό έκφρ
  κοιτάω το άπειρο, κοιτάζω το άπειρο έκφρ
 After Ron had been talking non-stop about football for 10 minutes, Gina's eyes glazed over.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
glazed | glaze
ΑγγλικάΕλληνικά
double glazed,
double-glazed
adj
(window: two panes thick) (για τζάμι παραθύρου)διπλός επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The windows are double glazed, so we're never bothered by traffic noise.
glazed clay n (pottery: varnished earth) (κεραμική)εφυαλωμένος πηλός περίφρ
glazed tile n (ceramic slab)πλακάκι με επίστρωση από γυαλί φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'glazed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση glazed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «glazed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!