• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: favored, favor

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
favored (US),
favoured (UK)
adj
(preferred)προτιμώμενος μτχ πρκ
 The professor is more lenient with his favored students.
favored (US),
favoured (UK)
adj
(privileged)προνομιούχος επίθ
 Only the most favored members are granted admittance to this part of the building.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
favor (US),
favour (UK)
n
(helpful act)χάρη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, αρνητική έννοια)ρουσφέτι ουσ ουδ
 Jen thought Barry had fixed the faucet as a favor to her, but it turned out he expected payment.
 Η Τζεν θεώρησε ότι ο Μπάρι της έκανε χάρη που της έφτιαξε τη βρύση, αλλά τελικά εκείνος περίμενε να πληρωθεί.
favor (US),
favour (UK)
n
uncountable (preference)προτίμηση, συμπάθεια ουσ θηλ
  (ευνοϊκή μεταχείριση)εύνοια ουσ θηλ
  (ιδιαίτερη συμπάθεια)αδυναμία ουσ θηλ
 Ruth puts her hand up at every question in an effort to gain the teacher's favour.
favor [sth/sb] (US),
favour [sth/sb] (UK)
vtr
(like best)προτιμάω, προτιμώ ρ μ
  επιλέγω ρ μ
 Keith wears a suit to work six days a week, so on Sunday he tends to favour jeans and a T-shirt.
favor [sth/sb] over [sth/sb] (US),
favour [sth/sb] over [sth/sb] (UK)
vtr + prep
(prefer) (με γενική)ευνοώ κπ/κτ σε βάρος κάποιου περίφρ
  δείχνω εύνοια σε κπ/κτ απέναντι σε κπ/κτ, δείχνω προτίμηση σε κπ/κτ απέναντι σε κπ/κτ περίφρ
  έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε κπ/κτ σε σχέση με κπ/κτ περίφρ
 It's not unusual for parents to favor one child over the others.
 Δεν είναι ασυνήθιστο για τους γονείς να ευνοούν ένα παιδί εις βάρος των άλλων.
favor [sb] (US),
favour [sb] (UK)
vtr
(give [sb] an advantage)ευνοώ ρ μ
 Luck favours those who work hard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
favored | favor
ΑγγλικάΕλληνικά
favored by [sb] (US),
favoured by [sb] (UK)
prep
(preferred)προτιμώμενος από κπ έκφρ
  ευνοούμενος του έκφρ
  τον οποίο προτιμά κπ έκφρ
favored by [sth] (US),
favoured by [sth] (UK)
prep
figurative (given an advantage)προνομιούχος επίθ
  ευνοημένος από κτ έκφρ
ill-favored (US),
ill-favoured (UK)
adj
(ugly)άσχημος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'favored' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση favored στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «favored».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!