• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: evicted, evict

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
evicted adj (forced out of house)που του έχουν κάνει έξωση περίφρ
 The evicted family are looking for a new home.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
evict [sb] vtr (force out of house)κάνω έξωση σε κπ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάω κπ έξω έκφρ
 The landlord fabricated a story to use as grounds to evict the tenants.
evict [sb] from [sth] vtr + prep (force to vacate)κάνω έξωση σε κπ από κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάω κπ έξω από κτ έκφρ
 The landlord evicted the couple from their accommodation for non-payment of rent.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'evicted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση evicted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «evicted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!