enemy

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛnəmi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɛnəmi/ ,USA pronunciation: respelling(en′ə mē)

Inflections of 'enemy' (n): npl: enemies
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enemy n (person)εχθρός ουσ αρσ/θηλ
 John considers Philip his enemy; the two of them have never liked each other.
 Ο Τζον θεωρεί τον Φίλιπ εχθρό του, οι δυο τους ποτέ δεν συμπάθησαν ο ένας τον άλλον.
enemy n (in war)εχθρός ουσ αρσ
 The government executed the spy for giving secret information to the enemy.
 Η κυβέρνηση εκτέλεσε τον κατάσκοπο γιατί έδινε απόρρητες πληροφορίες στον εχθρό.
enemy n as adj (of opponent)εχθρικός επίθ
  του εχθρού περίφρ
 Enemy forces invaded the country.
 Εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν στη χώρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
an enemy of [sth] n (person: opponent) (με γενική)πολέμιος ουσ αρσ
  (με κάτι, σε κάτι)αντίθετος επίθ
 This environmentalist is an enemy of the government's policy on nuclear energy.
the enemy of [sth] n figurative ([sth] hostile) (μεταφορικά)εχθρός ουσ αρσ
 Ignorance is the enemy of progress.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
arch enemy n (most hated person)μεγαλύτερος εχθρός, άσπονδος εχθρός επίθ + ουσ αρσ
 He is my arch enemy.
common enemy n (shared adversary)κοινός εχθρός επίθ + ουσ αρσ
  κοινός αντίπαλος επίθ + ουσ αρσ
 A traditional political move is to unite the people by creating a common enemy.
enemy lines npl (frontline of enemy troops)εχθρικές γραμμές ουσ θηλ πλ
enemy-occupied adj (territory, country)κατεχόμενος από τον εχθρό έκφρ
  που βρίσκεται υπό την κατοχή του εχθρού έκφρ
  (πιο απλά)κατεχόμενος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enemy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: shot down an enemy [jet, fighter, plane], [captured, took] enemy prisoners, fought back against enemy [attacks, tanks, troops, gunfire], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enemy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «enemy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!