• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
downmarket,
down-market
adj
(area, etc.: low income)φτηνός επίθ
  (υποτιμητικά)φτηνιάρικος, φτηνιάρης επίθ
 Marion purchases houses in downmarket areas, then sells them after she renovates them.
downmarket,
down-market
adj
(mass-produced)φτηνός επίθ
  (υποτιμητικά)φτηνιάρικος, φτηνιάρης επίθ
 I prefer to shop at boutiques rather than buy downmarket clothing at box stores.
downmarket,
down-market
adj
(finance: cheaper, lower quality)οικονομικός, προσιτός, φτηνός επίθ
  χαμηλότερης ποιότητας φρ ως επίθ
  ευρείας κατανάλωσης φρ ως επίθ
  (καθομιλουμένη)για κάθε τσέπη έκφρ
 Down-market goods represent 42% of the country's exports.
downmarket,
down-market
adv
(for mass consumption)προς μαζική παραγωγή περίφρ
  προς φθηνότερα προϊόντα περίφρ
 The company hopes to increase its sales by moving downmaket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
downmarket [sth] vtr (mass-produce)παράγω μαζικά ρ μ + επίρ
  (με γενική)κάνω μαζική παραγωγή περίφρ
 The car manufacturer is going to downmarket its new electric car.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση downmarket στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «downmarket».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!