WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| downriver adv | (direction: with the current) | προς την κατεύθυνση του ρεύματος, προς την κατεύθυνση της ροής περίφρ |
| | (συνήθως τεχνικός όρος) | προς τα κατάντη, προς τα κατάντη του ποταμού περίφρ |
| | Whenever Fred stopped rowing, the boat would start drifting downriver. |
| downriver adj | (direction: with the current) (κίνηση) | προς την κατεύθυνση του ρεύματος, προς την κατεύθυνση της ροής περίφρ |
| | (συνήθως τεχνικός όρος) | προς τα κατάντη, προς τα κατάντη του ποταμού περίφρ |
| | (θέση) | πιο κάτω, πιο κάτω στο ποτάμι περίφρ |
| | (συνήθως τεχνικός όρος) | στα κατάντη, στα κατάντη του ποταμού περίφρ |