• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
day trip n (outing made in a day)ημερήσια εκδρομή φρ ως ουσ θηλ
 If you live in New Jersey it's easy to take a day trip to New York City.
day-trip⇒ vi US (make a day trip)κάνω ημερήσια εκδρομή έκφρ
day-trip to [sth] vi + prep US (make a day trip to a place)πηγαίνω ημερήσια εκδρομή σε κτ, κάνω ημερήσια εκδρομή σε κτ έκφρ
  έρχομαι για ημερήσια εκδρομή σε κτ έκφρ
 When we were in New York City, we day-tripped to Staten Island.
day-trip from [sth] vi + prep US (make a day trip from a place)κάνω μια ημερήσια εκδρομή από κτ έκφρ
  έχω έρθει ημερήσια εκδρομή από κτ έκφρ
 We met a couple in Oxford who were day-tripping from London.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'day trip' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση day trip στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «day trip».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!