David

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdeɪvɪd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dā′vid for 1, 2, 5; Fr. da vēd′ for 3, 5; Sp. dä vēᵺ′ for 4, 5)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
David n (male given name) (εκκλησιαστικά κείμενα)Δαυίδ ουσ αρσ κύρ
  (σύγχρονη εποχή)Ντέιβιντ ουσ αρσ κύρ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 David is Pamela's oldest son.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Star of David n (Judaism: six-pointed star) (θρησκεία)το αστέρι του Δαβίδ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'David' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση David στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «David».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!