consequently

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnsɪkwɛntli/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(konsi kwent′lē, -kwənt-)

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consequently adv (afterward)στη συνέχεια, εν συνεχεία φρ ως επίρ
  κατόπιν, έπειτα επίρ
 He will review the facts and, consequently, decide what to do.
 Θα επανεξετάσει τα γεγονότα και εν συνεχεία θα αποφασίσει τι να κάνει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consequently adv (therefore)συνεπώς, επομένως επίρ
  άρα σύνδ
 He wanted it; consequently, he bought it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'consequently' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: consequently, they had [problems, difficulties, debts], consequently, he [faced, had, ran into] [problems], consequently, the [town, area, village] was evacuated, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consequently στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «consequently».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!