chiefly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʃiːfli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈtʃifli/ ,USA pronunciation: respelling(chēflē)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chiefly adv (mainly)κυρίως επίρ
  κατά κύριο λόγο φρ ως επίρ
 The problem is chiefly with the process.
 Το πρόβλημα αφορά κυρίως τη διαδικασία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'chiefly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is [remembered, known] chiefly for her [novels, ballads], is composed chiefly of [students, liberals, men], is comprised chiefly of [students], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chiefly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «chiefly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!