• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: cheating, cheat

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cheating n (dishonest behavior)απατεωνιά ουσ θηλ
  (σε διαγώνισμα)αντιγραφή ουσ θηλ
  σκονάκι ουσ ουδ
  (σε παιχνίδι)κλέψιμο ουσ ουδ
 Mark was thrown out of his exam for cheating.
 Tired of his cheating, Joe's friends refuse to play cards with him anymore.
cheating,
cheating on [sb]
n
informal (infidelity)απιστία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κέρατο ουσ ουδ
 Shelley has had enough of her boyfriend's cheating; she is leaving him.
cheating adj (deceitful, dishonest)δόλιος, ανειλικρινής επίθ
  (ερωτική σχέση)άπιστος επίθ
  (σε διαγώνισμα, εξέταση)που αντιγράφει, που κάνει σκονάκι περίφρ
 The cheating player was banned from all subsequent games.
cheating adj (partner: unfaithful)που απατάει, που απατά περίφρ
 Maria divorced her cheating husband.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat vi (not play fair) (μεταφορικά)κλέβω ρ αμ
  (συνήθως για παιδιά)κάνω ζαβολιά περίφρ
  (εξετάσεις, διαγώνισμα)αντιγράφω ρ αμ
  κάνω σκονάκι έκφρ
 I don't like playing cards with Aaron because he cheats.
 Δε μου αρέσει να παίζω χαρτιά με τον Άαρον γιατί κλέβει (or: κάνει ζαβολιές).
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Άντα πάντα αντέγραφε (or: έκανε σκονάκι) στις ετήσιες εξετάσεις στο σχολείο.
cheat at [sth] vi + prep (do or play dishonestly) (μεταφορικά)κλέβω σε κτ ρ αμ
  (για διαγώνισμα, εξετάσεις)κάνω σκονάκι σε κτ έκφρ
  αντιγράφω σε κτ περίφρ
 I can tell you that he cheats at poker every chance he gets.
 Μπορώ να σας πω πως κλέβει στο πόκερ σε κάθε ευκαιρία.
cheat [sb] vtr (swindle)εξαπατώ ρ μ
 The investor was found guilty of cheating his business partner.
cheat n UK (cheater: person who cheats)που κλέβει, που δεν παίζει τίμια περίφρ
  (συνήθως για παιδιά)ζαβολιάρης, ζαβολιάρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (εξετάσεις, διαγώνισμα)που αντιγράφει, που κάνει σκονάκι περίφρ
  (μοιχεία)άπιστος, άπιστη επίθ ως ουσ
 Ned has a reputation of being a cheat.
 Ο Νεντ έχει τη φήμη ότι δεν παίζει τίμια.
cheat [sb] out of [sth] v expr (take [sth] by deception)εξαπατώ κπ και του κλέβω κτ περίφρ
  εξαπατώ κπ και του παίρνω κτ περίφρ
 The con man cheated the elderly woman out of her life savings.
cheat n (video games: trick to win, etc.)τρικ ουσ ουδ άκλ
  (συνήθως πληθυντικός)κόλπο ουσ ουδ άκλ
  (αργκό, ζαργκόν)cheat ουσ ουδ άκλ
 This website gives you all the best cheats for the game.
 Η ιστοσελίδα αυτή δίνει τα καλύτερα cheats για το παιχνίδι.
cheat n (dishonest act)ζαβολιά, κλεψιά ουσ θηλ
  (πιο σοβαρό)ατιμία ουσ θηλ
 The get-rich-quick scheme turned out to be a cheat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
cheat | cheating
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat on [sb] vtr phrasal insep informal (be sexually unfaithful to)απατάω, απατώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)κερατώνω ρ μ
 Carol admitted that she had cheated on her husband.
 Η Κάρος παραδέχτηκε ότι είχε απατήσει τον άντρα της.
cheat on [sth] vtr phrasal insep US (be dishonest on [sth](μεταφορικά)κλέβω ρ μ
  (σε διαγώνισμα, από κάποιον)αντιγράφω ρ μ
  (σε διαγώνισμα, από σκονάκι)κάνω σκονάκι έκφρ
 The teacher gave Bobby an F when she found out that he had cheated on the test.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
cheat | cheating
ΑγγλικάΕλληνικά
cheat death v expr (escape [sth] life-threatening)ξεγελάω τον θάνατο έκφρ
  γλυτώνω από του χάρου τα δόντια έκφρ
 The dog cheated death in running across the busy street.
cheat sheet,
crib sheet,
crib
n
informal (exam: notes for cheating) (καθομιλουμένη)σκονάκι ουσ ουδ
 The student hid a cheat sheet up his sleeve.
cheat sheet,
crib sheet,
crib
n
figurative, informal (study: reference notes) (βοήθημα για μελέτη)σημειώσεις ουσ θηλ πλ
 The teacher distributed cheat sheets to the class to help them study for the exam.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cheating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cheating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cheating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!