boycott

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɔɪkɒt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbɔɪkɑt/ ,USA pronunciation: respelling(boikot)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
boycott [sth/sb] vtr (refuse to do business with)μποϊκοτάρω ρ μ
  (επίσημο)ενεργώ εμπορικό αποκλεισμό περίφρ
 Local parents boycotted the store because of the magazines.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι καταναλωτές αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τα προϊόντα γάλακτος της συγκεκριμένης εταιρίας ως ένδειξη διαμαρτυρίας.
boycott n (refusal to do business)μποϊκοτάζ ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)εμπορικός αποκλεισμός επίθ + ουσ αρσ
 The boycott was effective: the merchant lowered the price.
 Το μποϊκοτάζ είχε αποτέλεσμα, καθώς ο έμπορος έριξε τις τιμές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'boycott' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση boycott στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «boycott».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!