bearer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɛərər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbɛrɚ/ ,USA pronunciation: respelling(bârər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bearer n (bringer: of news)αγγελιοφόρος, μαντατοφόρος ουσ αρσ/θηλ
  (λόγιος)άγγελος ουσ αρσ
  κομιστής ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)αυτός που φέρνει περίφρ
 I hate to be the bearer of bad news, but I have something shocking to tell you.
 Δεν μου αρέσει να είμαι αγγελιοφόρος άσχημων ειδήσεων, αλλά έχω κάτι σοκαριστικό να σου πω.
bearer n (person who carries, brings [sth])αυτός που κρατάει, αυτός που φέρει περίφρ
  (επίσημο, λόγιο)κομιστής ουσ αρσ
  μεταφορέας ουσ αρσ/ θηλ
 The Girl Guides marched behind their flag bearer.
 Τα Κορίτσια Οδηγοί παρέλασαν πίσω από το κορίτσι που κρατούσε τη σημαία.
bearer n (finance: holder of a document)κομιστής ουσ αρσ
 The bearer of the document will be held responsible.
 Ο κομιστής του εγγράφου θα καταστεί υπεύθυνος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bearer n as adj (finance: payable to [sb])στον κομιστή, εις τον κομιστή φρ ως επίθ
 On the £5 note is written: "I promise to pay the bearer on demand the sum of five pounds".
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bearer channel n (telecommunications: carries data) (τηλεπικοινωνίες)κομιστικό κανάλι επίθ + ουσ ουδ
cupbearer,
cup-bearer
n
(person: wine server) (παλαιό)οινοχόος ουσ αρσ
flag-bearer n ([sb] who carries a flag in a parade, etc.)σημαιοφόρος ουσ αρσ/θηλ
flag-bearer n figurative ([sb] who advocates strongly for a cause) (μεταφορικά)σημαιοφόρος ουσ αρσ/θηλ
  πρωτοστάτης, πρωτοστάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
ring bearer n (wedding attendant who carries ring)αυτός που κρατάει το δαχτυλίδι σε γάμο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Carla's nephew will be the ring bearer at her wedding.
standard bearer,
standard-bearer
n
(military: person who carries a flag)σημαιοφόρος ουσ αρσ/θηλ
standard bearer,
standard-bearer
n
figurative (person who represents [sth])εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
talebearer,
also UK: tale-bearer
n
dated (person who gossips)κουτσομπόλης, κουτσομπόλα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bearer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is the ring bearer at the wedding, was the standard bearer for the army, the check is payable (only) to the bearer, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bearer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bearer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!