WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| bearer n | (bringer: of news) | αγγελιοφόρος, μαντατοφόρος ουσ αρσ/θηλ |
| | (λόγιος) | άγγελος ουσ αρσ |
| | | κομιστής ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη) | αυτός που φέρνει περίφρ |
| | I hate to be the bearer of bad news, but I have something shocking to tell you. |
| | Δεν μου αρέσει να είμαι αγγελιοφόρος άσχημων ειδήσεων, αλλά έχω κάτι σοκαριστικό να σου πω. |
| bearer n | (person who carries, brings [sth]) | αυτός που κρατάει, αυτός που φέρει περίφρ |
| | (επίσημο, λόγιο) | κομιστής ουσ αρσ |
| | | μεταφορέας ουσ αρσ/ θηλ |
| | The Girl Guides marched behind their flag bearer. |
| | Τα Κορίτσια Οδηγοί παρέλασαν πίσω από το κορίτσι που κρατούσε τη σημαία. |
| bearer n | (finance: holder of a document) | κομιστής ουσ αρσ |
| | The bearer of the document will be held responsible. |
| | Ο κομιστής του εγγράφου θα καταστεί υπεύθυνος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| bearer n as adj | (finance: payable to [sb]) | στον κομιστή, εις τον κομιστή φρ ως επίθ |
| | On the £5 note is written: "I promise to pay the bearer on demand the sum of five pounds". |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: