bankruptcy

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbænkrʌptsi/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈbæŋkrʌptsi, -rəpsi/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bangkrupt sē, -rəp sē)


Inflections of 'bankruptcy' (n): npl: bankruptcies
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bankruptcy n (failure of a company)χρεοκοπία ουσ θηλ
  (με αναγνώριση δικαστηρίου)πτώχευση ουσ θηλ
 Unfortunately, the city's last book store went into bankruptcy last December.
 Δυστυχώς, το τελευταίο βιβλιοπωλείο της πόλης κήρυξε πτώχευση τον περασμένο Δεκέμβριο.
bankruptcy n figurative (idea: emptiness, lack of merit) (μεταφορικά)στειρότητα ουσ θηλ
  έλλειψη ουσ θηλ
 The problem with that plan is its total bankruptcy of practicality.
 Το πρόβλημα με εκείνο το πλάνο είναι η απόλυτη έλλειψη πρακτικότητάς του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
file for bankruptcy v expr (register legally to clear debts)κηρρύσω πτώχευση ρ μ + ουσ θηλ
 Jeff's company failed and he was forced to file for bankruptcy.
moral bankruptcy n figurative (lack of morality)ηθική χρεοκοπία επίθ + ουσ θηλ
  κρίση ηθικών αξιών φρ ως ουσ θηλ
 There is an inherent moral bankruptcy in refusing to help someone desperately in need.
 Η άρνηση παροχής βοήθειας σε κάποιον που απεγνωσμένα τη χρειάζεται αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ηθικής χρεοκοπίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bankruptcy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [start, begin, undertake] bankruptcy proceedings, is declaring bankruptcy, just declared bankruptcy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bankruptcy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bankruptcy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!