ban

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbæn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/bæn/ ,USA pronunciation: respelling(ban for 1-3; bän for 3-4)

Inflections of 'ban' (n):
bani
npl (For the Romanian coin only)
bans
npl (All other usages)
Inflections of 'ban' (v): (⇒ conjugate)
bans
v 3rd person singular
banning
v pres p
banned
v past
banned
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ban n (prohibition)απαγόρευση ουσ θηλ
 Many cities now have a smoking ban.
 Πολλοί δήμοι έχουν θεσπίσει πλέον την απαγόρευση του καπνίσματος.
ban n (exclusion from a place)απαγόρευση εισόδου φρ ως ουσ θηλ
 This nightclub has a ban on minors.
ban [sth] vtr (prohibit)απαγορεύω ρ μ
 The city banned the sale of alcohol for fifty years.
 Ο δήμος απαγόρευε την πώληση αλκοόλ για πενήντα χρόνια.
ban [sb] from doing [sth] v expr often passive (prohibit) (σε κπ να κάνει κτ)απαγορεύω ρ μ
  (σε κπ να κάνει κτ)απαγορεύεται ρ απρ
 Students are banned from chewing gum in class at this school.
 Οι μαθητές απαγορεύεται να μασάνε τσίχλα μέσα στην τάξη.
ban [sb] from [sth] vtr + prep (expel, exclude) (κπ από κτ)αποκλείω ρ μ
  (κπ από κτ)αποβάλλω ρ μ
  (σε κπ για κτ)απαγορεύω την είσοδο περίφρ
 After he was caught stealing books, Richie was banned from the library.
 Αφότου έπιασαν τον Ρίτσι να κλέβει βιβλία, του απαγόρευσαν την είσοδο στη βιβλιοθήκη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ban n (Romanian money) (νόμισμα της Ρουμανίας)μπαν ουσ ουδ άκλ
 This coin is worth one ban.
ban n (public edict)απαγόρευση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blanket ban n (complete or universal prohibition)ολική απαγόρευση επίθ + ουσ θηλ
  καθολική απαγόρευση επίθ + ουσ θηλ
smoking ban n (prohibition of smoking in public places)απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους έκφρ
 The smoking ban came into force last year.
test ban n (agreement not to test nuclear weapons)απαγόρευση πυρηνικών δοκιμών ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ban' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [temporary, permanent] ban (on), a [temporary] ban is in effect (on), there is a [temporary] ban in effect (on), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ban στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ban».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!