ass

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/æs/ ,USA pronunciation: respelling(as)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ass (US),
arse (UK)
n
vulgar, potentially offensive, informal (person's bottom, buttocks) (προσβλητικό)κώλος ουσ αρσ
 After falling down, he had mud on his ass.
 Έπεσε κάτω είχε λάσπη στον κώλο του.
ass (US),
arse (UK)
n
pejorative, vulgar, informal (person: rude) (καθομ, χυδαίο, προσβλ)μαλάκας ουσ αρσ
  (μεταφορικά, προσβλ)γαϊδούρι, γουρούνι ουσ ουδ
 Lisa thinks that her boss is an ass.
 Rick apologised to Debra for being an arse.
 Η Λίζα θεωρεί ότι το αφεντικό της είναι μαλάκας.
 Η Λίζα θωρεί ότι το αφεντικό της είναι γαϊδούρι (or: γουρούνι).
ass n figurative, pejorative (person: foolish) (αργκό, αποδοκιμασίας)ρεντίκολο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)ρεζίλι ουσ ουδ
  (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)ρόμπα ουσ ουδ
 John was dancing on the table and made an ass of himself.
 Ο Τζον χόρευε πάνω στο τραπέζι και έγινε ρεζίλι.
ass n (animal: donkey)γαϊδούρι ουσ ουδ
  γάιδαρος ουσ αρσ
  (παλαιό, λόγιο)όνος ουσ αρσ
 The travellers led an ass through the valley.
 Οι ταξιδιώτες οδήγησαν ένα γαϊδούρι μέσα από την κοιλάδα.
ass (US),
arse (UK)
n
vulgar, offensive, informal (asshole: rectum) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)κωλοτρυπίδα ουσ θηλ
 Leo's ass was burning after an attack of diarrhea.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ass,
-ass
adv
informal, US (as suffix: intensifier) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 I'm not getting involved in your crazy-ass scheme.
 That is a big ass house!
 Δεν πρόκειται να μπλεχτώ στο θεοπάλαβο σχέδιό σου. // Αυτό το σπίτι είναι τεράστιο!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ass licker n figurative, slang, vulgar (obsequious person) (μεταφορικά)γλείφτης, γλείφτρια ουσ αρσ/θηλ
  (αργκό)γλυφτρόνι ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο, μτφ)κωλογλείφτης, κωλογλείφτρα ουσ αρσ/θηλ
ass-end (US),
arse-end (UK)
n
vulgar, informal (furthest part of a place)άκρη ουσ θηλ
  η πίσω άκρη φρ ως ουσ θηλ
ass-end (US),
arse-end (UK)
n
vulgar, informal (most unpleasant part of [sth])το χειρότερο φρ ως ουσ ουδ
  το χειρότερο κομμάτι φρ ως ουσ ουδ
ass-kicking adj vulgar, informal, US (powerful, forceful)δυναμικός επίθ
  (αργκό, χυδαίο)που γαμάει και δέρνει περίφρ
ass-kicking n vulgar, informal, US (usually verbal punishment) (καθομιλουμένη)κατσάδα ουσ θηλ
  (αργκό)κράξιμο ουσ ουδ
 Don't mess this up or you'll be in for an ass-kicking.
ass-kisser (US),
ass-licker (US),
arse-kisser (UK),
arse-licker (UK)
n
pejorative, vulgar, informal (person: sycophantic) (μεταφορικά, προσβλητικό)γλύφτης, γλύφτρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (αργκό, μτφ, χυδαίο)κωλογλύφτης ουσ αρσ
 He was only promoted because he's such an ass-kisser.
ass-kissing,
ass-licking (US),
arse-kissing,
arse-licking (UK)
n
pejorative, vulgar, informal (being obsequious, seeking favor) (μεταφορικά)γλείψιμο ουσ ουδ
  (μτφ, αργκό, χυδαίο)κωλογλείψιμο ουσ ουδ
ass-kissing,
ass-licking (US),
arse-kissing,
arse-licking (UK)
adj
pejorative, vulgar, informal (obsequious) (μεταφορικά)γλείφτης επίθ
  (αργκό, χυδαίο)κωλογλείφτης επίθ
asswipe (US),
ass-wipe (US),
arse wipe (UK),
arse wipe (UK)
n
vulgar, slang (unpleasant person) (προσβλητικό)βρωμιάρης ουσ αρσ
  (υβριστικό)λεχρίτης ουσ αρσ
  (χυδαίο)μουνόπανο ουσ ουδ
badass,
bad-ass
n
US, slang (formidable person) (μεταφορικά)σκληρό καρύδι έκφρ
  που δεν το βάζει κάτω έκφρ
  (καθομιλουμένη)άπαιχτος επίθ
  γαμάτος επίθ
 My mom's a badass; she earned her degree while raising four children and waitressing part-time.
badass,
bad-ass
adj
US, slang (person: aggressive, fierce) (αρνητική σημασία)αλητάμπουρας, αλήτης, κωλοπαιδαράς ουσ αρσ
  κωλόπαιδο ουσ ουδ
  (θετικό)σκληροτράχηλος επίθ
  (ουδέτερο)σκληρός τύπος έκφρ
 That badass fighter over there's looking at you, Sasha.
badass,
bad-ass
adj
US, slang (aggressive)ανάγωγος επίθ
  (ανεπίσημο, χυδαίο)κωλοπαιδιάστικος επίθ
  (καθομιλουμένη, υβριστικό)μαλακισμένος μτχ πρκ
 I hate these customers and their badass attitudes.
 Μισώ αυτούς τους πελάτες και την ανάγωγη συμπεριφορά τους.
badass,
bad-ass
adj
US, slang (intense) (αργκό, χυδαίο)γαμάτος επίθ
 That roller coaster was badass!
 Εκείνο το τραινάκι στο λούνα παρκ ήταν γαμάτο!
cover your ass (US),
cover your arse (UK)
v expr
vulgar, potentially offensive, informal (take measures not to be blamed) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)καλύπτω τον κώλο μου έκφρ
DA n initialism (1950s men's hairstyle: duck's ass)γλειμμένο μαλλί μτχ πρκ + ουσ ουδ
 The movie is set in the 1950s, and all of the actors have DAs.
dumbass,
dumb-ass
n
US, slang, pejorative (stupid person) (καθομιλουμένη, υβριστικό)βλάκας ουσ αρσ
  (υβριστικό)ηλίθιος επίθ
  (μειωτικό)ανεγκέφαλος, κουφιοκέφαλος επίθ
  βλαμμένος μτχ πρκ
 If you talk to him for a few minutes, you quickly realize that he is just another dumbass.
 Αν του μιλήσεις για λίγα λεπτά, θα καταλάβεις ότι είναι απλά ένας ακόμη βλάκας.
 Αν του μιλήσεις για λίγα λεπτά, θα καταλάβεις ότι είναι απλά ένας ακόμη ηλίθιος.
dumbass,
dumb-ass
adj
US, slang, pejorative (stupid) (καθομιλουμένη, μειωτικό)χαζός επίθ
 Stealing from your boss is a really dumbass thing to do.
 Το να κλέβεις από το αφεντικό σου είναι ένα πολύ χαζό πράγμα.
fat ass (US),
fatass (US),
fat arse (UK),
fat-arse (UK)
n
pejorative, vulgar, offensive, informal (overweight person) (αργκό, προσβλητικό)χοντροκώλης επίθ
 Martin was given detention for a week for calling his classmate a fat ass.
hairy-ass n as adj vulgar, informal, US (hirsute or macho) (αργκό)ματσό επίθ άκλ
haul ass v expr vulgar, informal, US (hurry)βιάζομαι ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)σκοτώνομαι ρ αμ
kick ass v expr US, vulgar, potentially offensive, informal (be great or formidable) (αργκό, μεταφορικά)σκίζω ρ αμ
  (αργκό, υβριστικό)γαμάω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)δεν υπάρχω, τα σπάω έκφρ
 These brownies kick ass, they are so delicious!
 Αυτά τα κεκάκια σοκολάτας σκίζουν, είναι πεντανόστιμα!
kick [sb]'s ass (US),
kick [sb]'s arse (UK)
v expr
vulgar, potentially offensive, informal (defeat [sb] utterly) (αργκό, μεταφορικά)ξεσκίζω ρ μ
  (καθομ, μεταφορικά)κάνω σκόνη έκφρ
 I thought I could beat him but he kicked my ass.
 Νόμιζα πως μπορούσα να τον νικήσω αλλά με ξέσκισε.
 Νόμιζα πως μπορούσα να τον νικήσω αλλά μ' έκανε σκόνη.
kiss ass (US),
kiss arse (UK)
v expr
vulgar, potentially offensive, informal (creep, toady) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)γλείφω ρ αμ
Kiss my ass! interj vulgar, offensive, informal (expressing defiance or contempt)σ' έχω γραμμένο επιφ
  (χυδαίο)σ' έχω για τ' αρχίδια μου επιφ
 You don't like it? Well, kiss my ass!
 Δεν σου αρέσει; Λοιπόν, σ' έχω γραμμένο!
lazy-ass adj pejorative, vulgar, informal, US (idle) (καθομιλουμένη, μτφ)τεμπελόσκυλο ουσ ουδ
  (αργκό)τεμπελχανάς ουσ αρσ
 That guy is just a lazy-ass drunk, not a good employee.
make an ass of yourself v expr informal (do [sth] stupid) (αργκό, μεταφορικά)γίνομαι ρόμπα έκφρ
  (καθομιλουμένη)γίνομαι ρεζίλι, γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών, γίνομαι ρεντίκολο έκφρ
 Jim made an ass of himself when he turned up at work wearing differently coloured socks.
pain in the ass (US),
pain in the arse (UK)
n
vulgar, informal (source of annoyance)κακός μπελάς έκφρ
  (αργκό, άκομψο, μεταφορικά)κακό σπυρί στον κώλο έκφρ
  (μεταφορικά)βραχνάς ουσ αρσ
 My boss is always looking over my shoulder and is starting to become a real pain in the ass.
 Το αφεντικό μου συνεχώς παρακολουθεί τι κάνω και αρχίζει πραγματικά να γίνεται κακός μπελάς (or: βραχνάς).
piece of ass n pejorative, vulgar, offensive!, informal, US (attractive woman)γκομενάρα ουσ θηλ
  (ενίοτε μειωτικό)κόμματος ουσ αρσ
  (χυδαίο)μούναρος ουσ αρσ
smart-ass,
smartass,
smart ass (US),
smart-arse,
smartarse,
smart arse (UK)
n
pejorative, vulgar, informal (arrogant person) (μεταφορικά)ψώνιο ουσ ουδ
 If we invite that smart-ass, he'll just spoil the party.
smart-ass,
smartass,
smart ass (US),
smart-arse,
smartarse,
smart arse (UK)
n as adj
pejorative, vulgar, informal (person: know-it-all, arrogant) (καθομιλουμένη)ξερόλας, εξυπνάκιας ουσ αρσ
  φωστήρας, πολύξερος ουσ αρσ
  φωτεινός παντογνώστης φρ ως ουσ αρσ
  (αργκό)ανοϊτόλας ουσ αρσ
 My smartass brother is always giving me unhelpful advice.
smart-ass (US),
smartass,
smart ass,
smart-arse (UK),
smartarse,
smart arse
n as adj
pejorative, vulgar, informal (comment, reply: arrogant, clever) (μεταφορικά)εξυπνάδα ουσ θηλ
 When Tia's father asked why she was home so late, she gave a smartass reply, so he grounded her.
wise-ass,
wiseass,
wise ass
n
pejorative, vulgar, informal, US ([sb] smug, know-it-all) (καθομιλουμένη)εξυπνάκιας ουσ αρσ
  ξερόλας ουσ αρσ
  φωτεινός παντογνώστης επίθ + ουσ αρσ
wise-ass,
wiseass,
wise ass
n as adj
pejorative, vulgar, informal, US (smug, know-it-all) (καθομιλουμένη)εξυπνάκιας ουσ ως επίθ άκλ
  ξερόλας ουσ ως επίθ άκλ
  φωτεινός παντογνώστης φρ ως επίθ
wiseass,
wise-ass
n as adj
pejorative, vulgar, informal, US (remark: smug, clever)δήθεν έξυπνος φρ ως επίρ
  (ανεπίσημο)που δείχνει ξερολίαση περίφρ
work your ass off (US),
work your arse off (UK)
v expr
vulgar, informal (work extremely hard) (αργκό, χυδαίο)ξεκωλώνομαι στη δουλειά έκφρ
  (αργκό)ξεσκίζομαι στη δουλειά έκφρ
  (αργκό)ξεπατώνομαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ass' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
DA - LMAO - LMFAO - onager - PITA
Συμφράσεις: vulgar, slang: move your ass!, slang: was a kick-ass [movie, party, game], vulgar, slang: get your ass [moving, over here]!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ass στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ass».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!