alibi

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈælɪbaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈæləˌbaɪ/ ,USA pronunciation: respelling(alə bī′)

Inflections of 'alibi' (n): npl: alibis
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alibi n (law: defence)άλλοθι ουσ ουδ άκλ
 The problem with the defence case is that the accused has no alibi.
 Το πρόβλημα με την υπόθεση του συνηγόρου είναι πως ο κατηγορούμενος δεν έχει άλλοθι.
alibi n (person providing alibi)άλλοθι ουσ ουδ άκλ
 David's sister is his alibi; she was with him on the night of the murder.
 Η αδελφή του Ντέιβιντ είναι το άλλοθί του. Ήταν μαζί του τη νύχτα του φόνου.
alibi n informal (excuse, defence)άλλοθι ουσ ουδ άκλ
  δικαιολογία ουσ θηλ
 Alfie has a different alibi every day for his lateness to school.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cast-iron alibi,
watertight alibi,
bulletproof alibi
n
figurative (strong defence)ακλόνητο άλλοθι επίθ + ουσ ουδ
  ισχυρό άλλοθι επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alibi' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: didn't have an alibi, an alibi [defense, witness], her alibi checks out, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alibi στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «alibi».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!