Bond

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɒnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/bɑnd/ ,USA pronunciation: respelling(bond)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bond n figurative (emotional tie) (συναισθηματικός)δεσμός ουσ αρσ
  (μτφ, ανεπίσημο)δέσιμο ουσ ουδ
 The two sisters have a real bond.
 Οι δύο αδερφές έχουν δυνατό δέσιμο.
bond n (union) (στενές σχέσεις)δεσμοί ουσ αρσ πλ
  (για κοινή διακυβέρνηση)ένωση ουσ θηλ
 The two countries have shared a bond for many years.
bonds npl (restraints: chains, ropes)δεσμά ουσ ουδ πλ
 The prisoner struggled to free himself from his bonds.
 Ο φυλακισμένος αγωνιζόταν να απελευθερωθεί από τα δεσμά του.
bond [sth]⇒ vtr (stick, join together)συνδέω, ενώνω, συνενώνω ρ μ
  συγκολλώ ρ μ
 We bond the pieces of the model airplane with glue.
 Συνδέουμε τα τμήματα του μοντέλου του αεροπλάνου με κόλλα.
 Συγκολλούμε τα τμήματα του μοντέλου του αεροπλάνου με κόλλα.
bond⇒ vi figurative (get emotionally closer)δένομαι ρ μ αλληλοπαθ
  έρχομαι κοντά περίφρ
 When they first met, Mary and Luke bonded over a shared love of horror films. Now they're best friends.
 Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, η Μέρι και ο Λουκ δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για τις ταινίες τρόμου. Σήμερα είναι κολλητοί.
bond with [sb] vi figurative (get emotionally closer) (μεταφορικά: με κάποιον)δένομαι ρ μ αλληλοπαθ
  (μτφ: με/σε κάποιον)έρχομαι κοντά περίφρ
 It didn't take long for Janet to bond with her foster parents.
 Δεν πήρε πολύ καιρό στην Τζάνετ να δεθεί με τους θετούς γονείς της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bond n (finance: promissory note)ομόλογο ουσ ουδ
 The city plans a bond issue to pay for the bridge.
bond n (law: bail)εγγύηση ουσ θηλ
 The accused men posted bonds and were released from custody.
bond n (fastener)μέσο σύνδεσης φρ ως ουσ ουδ
  συνδετικό υλικό επίθ + ουσ ουδ
  σύνδεση, ένωση ουσ θηλ
 We used strong glue as a bond for the broken cup.
bond n (force: connects atoms) (χημεία: έλξη ατόμων)δεσμός ουσ αρσ
 A water molecule contains one oxygen and two hydrogen atoms connected by covalent bonds.
 Κάθε μόριο νερού περιλαμβάνει ένα άτομο οξυγόνου και δύο υδρογόνου, τα οποία συνδέονται με ομοιοπολικούς δεσμούς.
bond n (binding promise)εγγύηση ουσ θηλ
 My word is my bond.
bond n (commercial security)ομόλογο ουσ ουδ
 The city of Cleveland issued the bonds for building and repairing bridges.
bond n (arrangement of bricks)πλινθοδομή ουσ θηλ
  τοιχοποιία ουσ θηλ
bond⇒ vi (hold together)δένω ρ αμ
 Hold the wooden panel in place for a few minutes while the adhesive bonds.
 Κράτα το ξύλινο πάνελ στη θέση του για λίγα λεπτά μέχρι να δέσει η κόλλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bail bond (law)εγγύηση ουσ θηλ
bid bond n (finance: secured debt)εγγυητική επίθ ως ουσ θηλ
 The project owner issued a bid bond to the contractor.
chemical bond n (force that connects atoms)χημική ένωση ουσ θηλ
 Chemical compounds are formed by the chemical bonding of two or more atoms.
common bond n ([sth] shared, unifying)κοινός δεσμός ουσ αρσ
 My common bond with him is that we grew up in the same neighborhood.
government bond n often plural (finance: from national government)κρατικό ομόλογο επίθ + ουσ ουδ
hydrogen bond (chemistry)δεσμός υδρογόνου φρ ως ουσ αρσ
junk bond n (finance: high yield, high risk bond)ομόλογα υψηλού κινδύνου περίφρ
  ομολογίες υψηλού κινδύνου περίφρ
 Junk bonds issued by poorly rated companies will pay higher rates of interest.
performance bond n (bond insuring that contracted work will be completed)εγγύηση καλής εκτέλεσης, εγγύηση πιστής εκτέλεσης φρ ως ουσ θηλ
savings bond (government bond)αποταμιευτικό ομόλογο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Bond' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Bond στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Bond».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!