womanhood

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwʊmənhʊd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈwʊmənˌhʊd/ ,USA pronunciation: respelling(wŏŏmən hŏŏd′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
womanhood n (condition of being an adult female) (ηλικία)ενηλικίωση ουσ θηλ
  (κατά λέξη)ηλικία ώριμης γυναίκας περίφρ
 The ceremony signifies that a girl has reached womanhood.
womanhood n (state of being womanly)το να είμαι γυναίκα περίφρ
  η γυναικεία υπόσταση περίφρ
  γυναικεία φύση επίθ + ουσ θηλ
 Even now, some people think that womanhood is incompatible with certain professions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
womanhood n (women as a group)οι γυναίκες άρθ ορ + ουσ θηλ πλ
 The movement gathered momentum and offered hope to womanhood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση womanhood στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «womanhood».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!