womanizer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwʊmənaɪzər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wŏŏmə nī′zər)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
womanizer,
also UK: womaniser
n
(man who pursues many women)γυναικάς ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μπερμπάντης ουσ αρσ
 She knew he was a womanizer when she married him.
 Γνώριζε ότι ήταν γυναικάς όταν τον παντρεύτηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'womanizer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση womanizer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «womanizer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!