• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
willow,
willow tree
n
(tree)ιτιά ουσ θηλ
 There was a willow at the bottom of the garden.
willow n (wood)ιτιά ουσ θηλ
  (κατά λέξη)ξύλο ιτιάς περίφρ
 A chair made of willow stood in the corner of the room.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy willow n (small willow tree variety)είδος ιτιάς
weeping willow n (large tree with drooping branches)ιτέα η κλαίουσα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ιτιά ουσ θηλ
 My grandparents had a huge weeping willow in their yard.
willow basket n (container woven from branches)ψάθινο καλάθι επίθ + ουσ ουδ
  (κατά λέξη)καλάθι από βέργες ιτιάς περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση willower στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «willower».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!