weakness

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːknəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈwiknɪs/ ,USA pronunciation: respelling(wēknis)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weakness n (being weak: [sth])ευθραυστότητα ουσ θηλ
  (πιο γενικά)έλλειψη δύναμης, έλλειψη αντοχής περίφρ
  αδύναμη κατασκευή επίθ + ουσ θηλ
 The wall's weakness eventually led to its collapse.
 Η αδύναμη κατασκευή του τοίχου οδήγησε τελικά στην κατάρρευσή του.
weakness n (being weak: [sb])αδυναμία ουσ θηλ
  (από κάτι)εξασθένιση ουσ θηλ
 Anna's weakness was due to the long illness she had suffered.
 Η αδυναμία της Άννας οφειλόταν στη μακροχρόνια ασθένεια που είχε περάσει.
weakness n (mental, craving)αδυναμία ουσ θηλ
 Chocolate is Peter's weakness.
 Η σοκολάτα είναι η αδυναμία του Πίτερ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weakness n (of a currency)αδυναμία ουσ θηλ
 The weakness of the pound has affected the UK's buying power.
weakness n (fault, vice)αδυναμία ουσ θηλ
  ελάττωμα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κακό επίθ ως ουσ ουδ
 Cruelty is a weakness that you should try to avoid.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
have a weakness for [sth/sb] vtr (be fond of)έχω αδυναμία σε κτ/κπ ρ έκφρ
 Jill has a weakness for chocolate. That's why she has trouble dieting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weakness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [muscle, human, economic, emotional] weakness, is his [main, only, greatest, key] weakness, is my one weakness, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weakness στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weakness».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!