WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| vicious adj | (person: ferocious, nasty) | κακός, μοχθηρός επίθ |
| | (πιο έντονο) | σατανικός, διαβολικός επίθ |
| | | βάρβαρος επίθ |
| | That girl is vicious; she's always saying cruel things to everyone around her. |
| | Εκείνη η κοπέλα είναι κακιά (or: μοχθηρή). Λέει πάντα άσχημα πράγματα στους γύρω της. |
| vicious adj | (animal: ferocious, dangerous) | άγριος επίθ |
| | (πιο έντονο) | λυσσασμένος, μανιασμένος μτχ πρκ |
| | The police had the vicious dog put down after it attacked three people. |
| | Η αστυνομία έκανε ευθανασία στο άγριο σκυλί αφότου είχε επιτεθεί σε τρεις ανθρώπους. |
| vicious adj | (attack, blow: violent) | βάρβαρος, βίαιος, άγριος, βάναυσος επίθ |
| | The victim suffered a vicious attack and had to spend months in hospital. |
| | Το θύμα υπέστη μια βίαιη επίθεση και χρειάστηκε να περάσει αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. |
| vicious adj | (malicious, cruel) | πικρόχολος επίθ |
| | (μεταφορικά) | κοφτερός, φαρμακερός επίθ |
| | Gareth's vicious comments hurt Martha's feelings. |
| | Τα φαρμακερά σχόλια του Γκάρεθ πλήγωσαν τα αισθήματα της Μάρθα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: