unceasing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʌnˈsiːsɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ʌnˈsisɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(un sēsing)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unceasing adj (relentless, never-ending)ακατάπαυστος, αδιάκοπος, αδιάλειπτος επίθ
  διαρκής, συνεχής επίθ
  (μεταφορικά)ατελείωτος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unceasing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «unceasing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!