WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| tentative adj | (not committed) | αβέβαιος επίθ |
| | | διστακτικός επίθ |
| Σχόλιο: Συχνά στην απόδοση προτιμάται το αντίστοιχο επίρρημα, π.χ. «Ο άντρας έβαλε διστακτικά το πόδι του στο νερό για να τεστάρει τη θερμοκρασία.» |
| | The man dipped a tentative foot into the water to test the temperature. |
| tentative adj | (not fixed or firm) | προσωρινός επίθ |
| | (ιδέα, σκέψη) | προκαταρκτικός, αρχικός επίθ |
| | (μεταφορικά) | πρώτος επίθ |
| | (πληροφορία) | ανεπιβεβαίωτος επίθ |
| | Sarah has a tentative idea for a novel; she just needs to work out the details. |
| | Η Σάρα έχει μια πρώτη ιδέα για ένα μυθιστόρημα· απλά πρέπει να δουλέψει τις λεπτομέρειες. |