WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| switcher n | (person: uses whip) | αυτός που μαστιγώνει περίφρ |
| | (σπάνιο) | μαστιγωτής, μαστιγώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| switcher n | US, informal (person: changes preference) (συνεχώς, συστηματικά) | που αλλάζει γνώμη έκφρ |
| | (αργκό) | κωλοτούμπας ουσ ως επίθ |
| | | που κάνει κωλοτούμπα έκφρ |
switcher, switch engine, switching locomotive n | US (train) | μηχανάμαξα ελιγμών έκφρ |
| switcher n | (device: turns [sth] on and off) | διακόπτης ουσ αρσ |
| switcher n | (video mixing board) | κονσόλα ουσ θηλ |