WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| startling adj | (surprising, alarming) | ξαφνικός, αιφνίδιος επίθ |
| | (για κτ αρνητικό) | ανησυχητικός επίθ |
| | The startling rise in crime worries parents in the area. |
| | Η ξαφνική αύξηση της εγκληματικόητας ανησυχεί τους γονείς στην περιοχή. |
| startling adj | (eye-catching) | εκπληκτικός, εντυπωσιακός επίθ |
| | Here's a startling photograph of the princess in a swimsuit. |
| | Εδώ είναι μια εντυπωσιακή φωτογραφία της πριγκίπισσας με μαγιό. |
| startling adj | (frightening) | τρομακτικός επίθ |
| | | ανησυχητικός επίθ |
| | The sudden knock on the door in the middle of the night was startling. |
| | Το ξαφνικό χτύπημα στην πόρτα μέσα στη νύχτα ήταν τρομακτικό. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| startle [sb/sth]⇒ vtr | (surprise, alarm) | τρομάζω ρ μ |
| | (έκπληξη) | ξαφνιάζω ρ μ |
| | You really startled us, bursting in like that. |
| | Πραγματικά μας τρόμαξες έτσι που όρμησες μέσα. |