staring

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstɛərɪŋ/

From the verb stare: (⇒ conjugate)
staring is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: staring, stare

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
staring adj (with unwavering gaze)που κοιτάζει επίμονα περίφρ
  που χαζεύει περίφρ
 The staring child was making Audrey feel uncomfortable.
 Το παιδί που κοιτούσε επίμονα έκανε την Όντρεϊ να νιώθει άβολα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stare vi (gaze fixedly)κοιτάζω επίμονα ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, χαζεύω ρ αμ
 It's rude to stare.
 Είναι αγενές να κοιτάζεις επίμονα.
stare at [sb/sth] vi + prep (gaze fixedly at)κοιτάζω επίμονα ρ μ + επίρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)καρφώνω, χαζεύω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μου προκαλεί περιέργεια)κοιτάζω περίεργα ρ μ + επίρ
 Agnes stared at the phone, willing it to ring.
 Η Άγκνες κοίταζε επίμονα το τηλέφωνο, παρακαλώντας να χτυπήσει.
stare n (fixed gaze)επίμονο βλέμμα επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάρφωμα ουσ ουδ
 The little boy's stare was starting to make Brian uncomfortable.
 Το επίμονο βλέμμα του μικρού αγοριού είχε αρχίσει να κάνει τον Μπράιαν να νιώθει άβολα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
stare | staring
ΑγγλικάΕλληνικά
stare [sb] down,
stare down [sb]
vtr phrasal sep
figurative, informal (look in the eye for longer) (μεταφορικά)καρφώνω κπ με το βλέμμα έκφρ
 The diminutive barmaid stared down the aggressive customer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
staring | stare
ΑγγλικάΕλληνικά
staring spell n (catatonic seizure)κρίση αφαίρεσης φρ ως ουσ θηλ
stark raving mad,
stark staring mad
adj
slang (insane) (αργκό)παλάβρας επίθ
  (καθομιλουμένη)θεόμουρλος, θεοπάλαβος επίθ
 You'd be stark-raving mad to enter the jungle without a guide.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση staring στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «staring».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!