spellbinding

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈspɛlbaɪndɪŋ/

From the verb spellbind: (⇒ conjugate)
spellbinding is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
Σε αυτή τη σελίδα: spellbinding, spellbind

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spellbinding adj figurative (holding the attention) (μεταφορικά)μαγευτικός, καθηλωτικός επίθ
 The audience found the play spellbinding; not a sound was heard until the end of the performance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spellbind [sb]⇒ vtr (fascinate, entrance)συναρπάζω, σαγηνεύω, κατασαγηνεύω ρ μ
  (μεταφορικά)μαγεύω ρ μ
  (για ομιλητή)κάνω κάποιον να κρέμεται από τα χείλη μου περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'spellbinding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spellbinding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «spellbinding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!