softly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɒftli/

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
softly adv (touch: gently)μαλακά, απαλά επίρ
 He touched me softly on the shoulder and whispered something.
 Με άγγιξε απαλά στον ώμο και ψιθύρισε κάτι.
softly adv (sound: quietly) (ήχος)μαλακά, απαλά, αθόρυβα επίρ
 She spoke so softly that I couldn't hear her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
sing softly vi + adv (sing in a low voice)τραγουδάω απαλά, τραγουδάω σιγανά ρ αμ + επίρ
  σιγοτραγουδώ ρ αμ
soft-spoken,
soft spoken,
softly spoken
adj
(having a quiet or gentle voice)γλυκομίλητος επίθ
  που έχει απαλή φωνή, που έχει ήρεμη φωνή περίφρ
  που μιλάει χαμηλόφωνα περίφρ
 I was surprised when my usually soft-spoken sister began to yell at me.
softly-softly adj UK (approach: careful, gentle)προσεκτικός επίθ
  διακριτικός επίθ
 The detective is taking a softly-softly approach to her investigation to avoid arousing concern.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'softly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση softly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «softly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!