slippery

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslɪpəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈslɪpəri, ˈslɪpri/ ,USA pronunciation: respelling(slip′ə rē, slip′rē)

Inflections of 'slippery' (adj):
slipperier
adj comparative
slipperiest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slippery adj (can cause sliding)ολισθηρός επίθ
  (καθομιλουμένη)γλιστερός επίθ
  που γλιστράει περίφρ
 Be careful; the floor has just been washed and it's still slippery.
 Πρόσεχε. Το πάτωμα μόλις σφουγγαρίστηκε και ακόμη γλιστράει.
slippery adj figurative (person: evasive) (μεταφορικά)που ξέρει να ελίσσεται περίφρ
  ύπουλος, πονηρός, πανούργος επίθ
 Vince is a slippery character; you can never be sure if he's telling you the truth.
 Ο Βινς είναι ένας ύπουλος χαρακτήρας. Δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος αν σου λέει την αλήθεια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slippery adj (smooth to the touch)λείος, απαλός επίθ
 The pebble felt cool and slippery to Anton's touch.
slippery adj (uncertain, unstable)αβέβαιος, επισφαλής επίθ
  ευάλωτος επίθ
  (μεταφορικά)σε τεντωμένο σχοινί έκφρ
 The news that there would be job cuts at her workplace left Joanne in a slippery position.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
slippery elm n (eastern North American tree)κόκκινη φτελιά επίθ + ουσ θηλ
slippery elm n (bark of this tree)κόκκινη φτελιά επίθ + ουσ θηλ
slippery slope n figurative, informal ([sth] that will inevitably end badly) (μεταφορικά)κατήφορος ουσ αρσ
  μονόδρομος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slippery' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a slippery [road, path, surface], the [road] is slippery from the [rain, snow, ice], [skidded, slid, fell] on the slippery [road], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slippery στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slippery».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!