skinny

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskɪni/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈskɪni/ ,USA pronunciation: respelling(skinē)

Inflections of 'skinny' (adj):
skinnier
adj comparative
skinniest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skinny adj (person: thin)κοκαλιάρης επίθ
  πολύ αδύνατος φρ ως επίθ
  (επίσημο)ισχνός επίθ
 Jessica isn't just thin, she's skinny.
 Η Τζέσικα δεν είναι απλώς αδύνατη, είναι κοκαλιάρα.
skinny adj (made with skimmed milk)ελαφρύς επίθ
  με ελαφρύ γάλα, με αποβουτυρωμένο γάλα περίφρ
 I'd like a skinny latte, please.
the skinny,
the skinny on [sth]
n
slang (gossip, latest news)τα νέα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
  τα τελευταία νέα φρ ως ουσ ουδ
 What's the skinny on that job interview you had?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skinny adj (consisting of skin, skin-like)μεμβρανώδης επίθ
 The wound was covered by a skinny membrane.
skinny n US, colloquial (gossip about [sb](καθομιλουμένη, μεταφορικά)βρόμα ουσ θηλ
  κουτσομπολιό ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
grow skinny vi + adj (become very thin)αδυνατίζω ρ αμ
  αδυνατίζω πολύ ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη)γίνομαι κοκαλιάρης, γίνομαι πετσί και κόκαλο έκφρ
make [sb] look skinny vtr (appear thin) (εγώ ο ίδιος)δείχνω αδύνατος, φαίνομαι αδύνατος ρ έκφρ
  (κάποιον άλλο)κάνω κπ να δείχνει αδύνατος, κάνω κπ να φαίνεται αδύνατος περίφρ
  (μεταφορικά: κάποιον)αδυνατίζω ρ μ
  (μτφ, καθομ: κάποιον)κόβω ρ μ
 She wears tight black dresses to make herself look skinny.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η φούστα σε αδυνατίζει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η φούστα σε κόβει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
skinny dipping,
skinny-dipping
n
slang (swimming naked in river, etc.)γυμνισμός ουσ αρσ
 On hot summer nights we liked to go skinny dipping in the sea.
skinny jeans npl (tight-fitting denim trousers)skinny τζιν, skinny jeans ουσ ουδ άκλ
  skinny τζιν παντελόνι περίφρ
 The teens were wearing skinny jeans and baggy sweatshirts.
skinny-dip vi (swim naked)κολυμπάω γυμνός ρ αμ + επίθ
  κάνω μπάνιο γυμνός έκφρ
skinny-dip n (naked swim)βουτιά χωρίς μαγιό φρ ως ουσ θηλ
  μπάνιο χωρίς μαγιό φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'skinny' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [leather, denim, black] skinnies, a pair of old skinnies, tried to squeeze into her skinnies, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skinny στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «skinny».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!