• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
serially adv (with parts coming in sequence)σε σειρά φρ ως επίρ
  κατά σειρά φρ ως επίρ
serially adv (habitually, repeatedly)συστηματικά επίρ
  συνεχόμενα επίρ
 The playboy was serially unfaithful to his girlfriends.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'serially' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
by

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση serially στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «serially».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!